ΕλληνικότηταΣε ότι αφορά τον ορισμό της ελληνικότητας, υπήρξαν αρκετοί ορισμοί που δόθηκαν με πρώτο αυτόν του Δήμου των Αθηναίων. Τον ορισμό αυτό του Ελληνικού Έθνους τον έδωσε το 479 π.Χ. (λίγο πριν από τη μάχη των Πλαταιών) σύσσωμος ο Δήμος των Αθηναίων και κατέγραψε ο Ηρόδοτος στο 8ο βιβλίο της Ιστορίης Αποδέξεως, (Ουρανία, 144, στίχοι 14-16) και έχει ως εξής:.. τό Ελληνικόν εόν όμαιμόν τε καί ομόγλωσσον, καί Θεών ιδρύματα κοινά καί θυσίαι ήθεά τε ομότροπα. Εάν αυτό μεταφραστεί προκύπτει ο παρακάτω ορισμός: η ελληνικότητα είναι το όμαιμο, και το ομόγλωσσο, και τα κοινά ιδρύματα τα αφιερωμένα στους θεούς και οι θυσίες, καθώς και τα ομότροπα ήθη. Τα δεδομένα όμως άλλαξαν στον ελλαδικό χώρο και η σύσταση του έθνους αλλοιώθηκε. Έτσι ο Ισοκράτης διαβλέποντας αυτή την φυλετική ποικιλία λέει πως όσοι έχουν ελληνική παιδεία και ήθη είναι περισσότερο Έλληνες απ' όσο οι φυλετικά Έλληνες. Δίνει δηλαδή το βάρος στην παιδεία και τα ήθη. Ένας άλλος ορισμός είναι αυτός των επαναστατικών συνταγμάτων του 1821: "Έλληνες είναι οι πιστεύοντες εις Χριστόν", άρα πάλι στον πολιτισμικό παράγοντα βασίζεται. Υπάρχει φυσικά και ο παράγοντας "έδαφος": Έλληνες είναι όσοι θεωρούν πως οι Τούρκοι από αυτούς -τους προγόνους τους- πήραν την Πόλη το 1453, και έχουν καταπατήσει το έδαφός τους. Βλέπουμε λοιπόν τις διαφορές που κατά καιρούς παρουσιάζονται και προκύπτει το συμπέρασμα πως ο ορισμός μεταβάλλεται κάθε φορά έτσι ώστε να περικλείει όλες τις πολιτισμικές διαφορές που έχουν επέλθει ανά εποχή.
Για τον προσδιορισμό της ελληνικότητας κρίνεται απαραίτητο να κατανοηθούν οι όροι ελληνικό έθνος και εθνική ταυτότητα καθώς για την αποσαφήνιση του όρου η σημασία των δύο προηγούμενων εννοιών είναι καθοριστικός παράγοντας. Το σχολείο παίζει σημαντικό ρόλο στην θεώρηση των όρων αυτών, αφού η εθνική διαπαιδαγώγηση διαφαίνεται στον χαρακτήρα του σχολείου το οποίο ακολουθεί παράλληλη πορεία με τη διαμόρφωση των εθνών και την θεμελίωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ως βασικού μηχανισμού στην εδραίωση και αναπαραγωγή τους.
Βλέπουμε λοιπόν ότι η αφήγηση για το έθνος γίνεται μέσα από την εθνική ιστορία, τη λογοτεχνία, τα ΜΜΕ, και τη λαϊκή κουλτούρα τα οποία παρέχουν μια σειρά από εικόνες, τοπία, ιστορικές πλοκές, γεγονότα, εθνικά σύμβολα και τελετουργίες. Στην αφήγηση αυτή το παρελθόν αποτελεί τον κύριο μεταβιβαστή αξιών, εικόνων και ιστορίας ώστε σήμερα να αποτελεί την κύρια πηγή άντλησης στοιχείων για την κατασκευή της ιστορίας και την αναπαραγωγή της. Οι εικόνες που κατασκευάζονται με βάση το παρελθόν επιχειρούν να διδάξουν πολιτισμικά χαρακτηριστικά τα οποία θεωρούνται στοιχεία της εθνικής ιδιαιτερότητας. Τονίζεται έτσι η σημασία μιας κοινής γλώσσας, η εδαφική διάσταση μιας εθνικής ταυτότητας και αναπαράγονται ιστορικές μνήμες και καταγωγικοί μύθοι.(Γκόλια, 2006, σελ. 24-26)
Επιπλέον φαίνεται πως το σχολείο δεν στοχεύει αποκλειστικά και μόνο στη μετάδοση γνώσεων, αλλά και στην καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας μέσα από τα σχολικά μαθήματα αλλά και από άλλες δραστηριότητες, όπως οι επισκέψεις σε μουσεία και ιστορικούς χώρους, σχολικές γιορτές, παρελάσεις κ.α. Έτσι το δημοτικό σχολείο αναλαμβάνει όχι μόνο τη μετάδοση και διαμόρφωση συγκεκριμένων στάσεων από μέρους του παιδιού αλλά και την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης.(Ξυλά, 2005, σελ. 328-336)
Η ιδέα του έθνους είναι ένα αφήγημα το οποίο έχει μεγάλη συμβολική δύναμη στην ισχυροποίηση της αίσθησης της εθνικής ταυτότητας. Ένα έθνος όπως και το ελληνικό δεν αποτελεί μόνο μια πολιτική οντότητα, αλλά και ένα σύστημα πολιτισμικής αναπαράστασης. Έτσι λειτουργούμε μέσα στα όρια των κοινωνικών παραστάσεων και αντιλαμβανόμαστε το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας χάρη στον τρόπο με τον οποίο η «ελληνική υπόσταση» αναπαριστάται ως σύνολο νοημάτων μέσα από την ελληνική εθνική κουλτούρα. (Γκόλια, 2006, σελ. 33)
Και η έννοια της κουλτούρας ωστόσο δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί, καθώς οι ορισμοί αφθονούν. Σύμφωνα με την Σπινθουράκη σε μια προσπάθεια συλλογής κάποιων από τους ορισμούς αυτούς έχουμε εκείνον του Spindler (1996), όπου η κουλτούρα έχει οριστεί σαν εκείνα τα πράγματα τα οποία όλοι έχουν σαν μια προβλέψιμη και γενικά οριακή έννοια αναγνωρίσιμα σε έναν κατάλογο πολιτιστικών γνωρισμάτων. Εντούτοις η κουλτούρα δεν είναι κάτι που κληρονομείται αλλά μαθαίνεται (Samovar και Porter, 1994). Για άλλους η κουλτούρα καθορίζεται ευρέως ώστε να περιλαμβάνει τις διαφορές που βασίζονται στην οικονομική δύναμη, το σεξουαλικό προσανατολισμό, το γένος και τον τρόπο ζωής. Άλλοι εστιάζουν περισσότερο στις εθνικές, φυλετικές και γλωσσικές διαφορές. Και ενώ οι βασικές υποθέσεις για την κουλτούρα και οι διαφορές ποικίλουν, εντούτοις αυτές οι υποθέσεις επηρεάζουν τα πρότυπα, τις προσεγγίσεις, τις μεθόδους και τις στρατηγικές που χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη της προσωπικότητας μέσα από την κουλτούρα (Carter και Quereshi, 1995).
Προκύπτει λοιπόν πως η ελληνικότητα αποτελεί τον τρόπο διάκρισης των Ελλήνων από τους «άλλους». Η ελληνικότητα είναι ένας τρόπος θεώρησης των πραγμάτων με βάση την ελληνική παράδοση και τα στοιχεία που την χαρακτηρίζουν. Η ελληνικότητα είναι τρόπος ζωής, είναι η ελληνική λογοτεχνία, είναι η πίστη στα ιδανικά και την πατρίδα, το να νιώθει κανείς ότι είναι Έλληνας. Είναι όλα αυτά που έχει μάθει ο Έλληνας από μικρός μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική κοινωνία και αποτελούν τα γνωρίσματα τα οποία θα τον διακρίνουν από κάθε άνθρωπο διαφορετικού έθνους.
Το κυρίαρχο ερώτημα όμως σε μια προσπάθεια ορισμού της ελληνικότητας είναι το κατά πόσο μπορούν να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα της κουλτούρας, τα οποία μπορεί να εννοηθούν σαν χαρακτηριστικά της ελληνικότητας. Για παράδειγμα αρκεί το να είναι κανείς κάτοικος Ελλάδας έτσι ώστε να χαρακτηρίζεται Έλληνας ή χρειάζεται επιπλέον στοιχεία ώστε να προσδιοριστεί; Η αλήθεια είναι ότι και οι ίδιοι οι αρχαίοι αποτελούνταν από ένα μίγμα φυλών και είχαν προσλάβει πολλά πολιτισμικά στοιχεία (θεούς, μουσική, κ.α.) από άλλους λαούς. Έτσι αν και οι αρχαίοι είναι η απαρχή του ελληνικού πολιτισμού στη συνέχεια η ελληνικότητα μετασχηματίστηκε. Μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, έπαψε να είναι ένα στενό φυλετικό γεγονός και ο ελληνισμός, έγινε οικουμενικός. Άλλωστε το ελληνικό έθνος ακόμη και σήμερα δεν είναι συνταγματικό, καθώς δεν έχει καμιά σχέση με την πολυφυλετική Αμερική ή Ελβετία, αλλά αντίθετα είναι πολιτισμικό έθνος. Συγκροτείται χάρη σε ένα σύνολο από κουλτούρες με διαφορετικά ήθη και έθιμα η κάθε μια και διαφορετικούς στόχους και επιδιώξεις των ατόμων που συγκροτούν τις διάφορες αυτές κουλτούρες.
Η ελληνικότητα μπορεί να διαμορφωθεί πάνω σε πολλούς άξονες οι οποίοι δεν είναι εύκολο να προσδιοριστούν. Η οικογένεια, το σχολείο, ο στρατός, τα ΜΜΕ, οι φίλοι, οι εχθροί περισσότερο, όλα διαμορφώνουν την ελληνική εθνική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου όχι απαραίτητα πάντα με αντικειμενικό τρόπο αλλά ίσως λειτουργώντας και εθνικιστικά. Η διάχυση της κυρίαρχης ιδεολογίας γίνεται κυρίως από το σχολείο όπου όλα τα νομοσχέδια από τη σύσταση του ελληνικού έθνους και την προσπάθεια αναδόμησης της παιδείας το 1829 συνέτειναν προς το σκοπό αυτό. Οι κατευθύνσεις ήταν κυρίως προς την σύσταση ενός ηθικού, θρησκευτικού και εθνικού φρονήματος, προάγοντας την δημοκρατία, την ισότητα και τον χριστιανισμό σαν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του κάθε Έλληνα πολίτη. (Γκόλια, 2006, σελ. 77-92)
Καταληκτικά θα μπορούσαμε να πούμε πως:
Ελληνικότητα είναι το προϊόν ης ελληνικής κοινωνικοποίησης και αφορά όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά και στοιχεία της ελληνικής κουλτούρας που κάνουν τον Έλληνα να διαφέρει από τους «άλλους».